φύζα

φύζα
και φῡζα, ἡ, Α
(επικ. τ.) φυγή λόγω φόβου, φευγιό («αὐτὰρ Ἀχαιοὺς Θεσπεσίη ἔχε φύζα, φόβου κρυόεντος ἑταίρη», Ομ. Ιλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. φύζα (< *φυγ-) έχει σχηματιστεί από το ριζικό όν. φύξ*, φυγός με επίθημα -ya (πρβλ. μᾰζα*: θ. μαγ- τού μάσσω, ὄσσα*: θ. οπ- τής λ. ὄψ [Ι] «φωνή»)].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • φύζα — φύζᾱ , φύζα headlong flight fem nom/voc/acc dual φύζᾱ , φύζα headlong flight fem nom/voc sg (doric aeolic) φύ̱ζᾱ , φῦζα headlong flight fem nom/voc/acc dual φύ̱ζᾱ , φῦζα headlong flight fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φύζαν — φύζᾱν , φύζα headlong flight fem acc sg (doric aeolic) φύ̱ζᾱν , φῦζα headlong flight fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φύζην — φύζα headlong flight fem acc sg (attic epic ionic) φύζω pres inf act (doric aeolic) φύ̱ζην , φῦζα headlong flight fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φύζης — φύζα headlong flight fem gen sg (attic epic ionic) φύ̱ζης , φῦζα headlong flight fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φύζῃ — φύζα headlong flight fem dat sg (attic epic ionic) φύζω pres subj mp 2nd sg φύζω pres ind mp 2nd sg φύζω pres subj act 3rd sg φύ̱ζῃ , φῦζα headlong flight fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Древнегреческий язык — Самоназвание: ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα …   Википедия

  • λύσσα — Θανατηφόρα νόσος, η οποία προκαλείται από έναν νευροτρόπο διηθητό ιό, που μεταδίδεται στον άνθρωπο συνήθως από δάγκωμα ή από αμυχές που προξενούν μολυσμένοι σκύλοι ή και άλλα μολυσμένα ζώα, όπως οι γάτες. Πριν από την πλήρη εκδήλωση της νόσου,… …   Dictionary of Greek

  • φυζάναι — Α (κατά τον Ησύχ.) «φυγεῖν, δειλιάσαι». [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. έχει προέλθει από το ουσ. φύζα, παραμένει, όμως, δυσερμήνευτος. Πρόκειται πιθ. για απρμφ. ενός αθέματου ενεστ. σε μι *φυζᾱμι, οπότε θα έπρεπε να γραφεί φυζᾶναι, ή για απρμφ. αορ., οπότε θα… …   Dictionary of Greek

  • φυζάω — Α (ποιητ. τ.) φεύγω. [ΕΤΥΜΟΛ. < φύζα* «φυγή». Το ρ. απαντά μόνο στον τ. τής μτχ. παθ. αορ. φυζηθέντες] …   Dictionary of Greek

  • φυζακινός — ή, όν, Α (επικ. τ.) αυτός που τρέπεται εύκολα σε φυγή, δειλός, φοβιτσιάρης («Τρῶας... οἳ τὸ πάρος περ φυζακινῇς ἐλάφοισιν ἐοίκεσαν», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Το επίθ. φυζ ακ ινός έχει σχηματιστεί από τη λ. φύζα* «φυγή» μέσω ενός αμάρτυρου τ. *φύζ αξ… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”